Η μοναξιά του επαγγελματία φροντίδας: όταν είσαι συνεχώς παρών, αλλά κανείς δεν σε κρατά

caregiving

Η φροντίδα είναι από τα επαγγέλματα που ζητούν πολλά, όχι μόνο πρακτικά αλλά και ψυχικά. Πίσω από την καθημερινή παρουσία, την ευθύνη και τη σταθερότητα που καλείται να προσφέρει ο επαγγελματίας φροντίδας, υπάρχει συχνά μια πραγματικότητα που μένει αόρατη: η μοναξιά, η έλλειψη ομάδας και η σιωπηλή συναισθηματική επιβάρυνση.


Στον χώρο της φροντίδας, σχεδόν όλη η προσοχή πηγαίνει στον άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια. Και σωστά. Εκεί είναι η ανάγκη, εκεί είναι η ευαλωτότητα, εκεί είναι η αγωνία της οικογένειας. Όμως μέσα σε όλο αυτό υπάρχει και ένας άλλος άνθρωπος, που πολλές φορές περνά σχεδόν αθόρυβα: εκείνος που είναι κάθε μέρα εκεί και κρατά την κατάσταση να μη διαλυθεί.

Ο επαγγελματίας φροντίδας δεν κουράζεται μόνο από τη δουλειά. Κουράζεται και από τον τρόπο που τη ζει.

Γιατί αυτή η δουλειά, όσο ανθρώπινη κι αν είναι, έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο: γίνεται κοντά στον άλλον, αλλά συχνά χωρίς κανείς να είναι πραγματικά κοντά σε εσένα.

Δεν μιλάω μόνο για τις περιπτώσεις όπου ο φροντιστής δουλεύει εντελώς μόνος. Μιλάω και για εκείνη την πιο βαθιά απομόνωση που μπορεί να υπάρχει ακόμα κι όταν υπάρχουν άνθρωποι γύρω. Μπορεί να υπάρχει οικογένεια, τηλέφωνα, οδηγίες, ερωτήσεις, απαιτήσεις, και παρ’ όλα αυτά ο ίδιος να νιώθει ότι δεν έχει πού να αφήσει αυτά που κουβαλάει.

Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μέρος της δουλειάς.

Δεν είναι μόνο πρακτική βοήθεια

Αν δει κάποιος τη φροντίδα απ’ έξω, εύκολα θα σταθεί στα ορατά: στο φαγητό, στα φάρμακα, στην καθαριότητα, στη βοήθεια με την προσωπική περιποίηση, στη μετακίνηση, στο πρόγραμμα της ημέρας. Όλα αυτά είναι υπαρκτά και σημαντικά. Αλλά δεν είναι το μόνο βάρος.

Υπάρχει και κάτι άλλο, που δεν καταγράφεται εύκολα πουθενά.

Ο φροντιστής είναι αυτός που βλέπει την πτώση στη διάθεση, την ανησυχία, την επανάληψη, τη σύγχυση, τον φόβο, την αντίσταση, την εξάρτηση. Είναι εκεί στις μικρές στιγμές που δεν φαίνονται σε κανέναν τρίτο. Στις στιγμές που ο άνθρωπος που φροντίζει δεν είναι συνεργάσιμος, δεν είναι ήρεμος, δεν είναι ευγνώμων, δεν είναι καλά. Κι εκεί δεν αρκεί να κάνεις “σωστά τη δουλειά σου”. Χρειάζεται να κρατήσεις τόνο, στάση, ψυχραιμία, μέτρο.

Αυτό κουράζει αλλιώς.

Δεν είναι η κούραση που περνά με έναν ύπνο και ένα ντους. Είναι εκείνη η συσσωρευμένη κούραση που έρχεται όταν βρίσκεσαι διαρκώς σε επιφυλακή και απορροφάς περισσότερα απ’ όσα λες.

Όταν η δουλειά γίνεται μέσα στο σπίτι του άλλου

Η φροντίδα στο σπίτι έχει μια δυσκολία που συνήθως δεν εκτιμάται αρκετά. Δεν εργάζεσαι σε έναν ουδέτερο επαγγελματικό χώρο. Μπαίνεις στην προσωπική πραγματικότητα κάποιου άλλου.

Αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις απέναντί σου μόνο έναν άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια. Έχεις και το περιβάλλον του. Το σπίτι του, τις συνήθειές του, τις ευαισθησίες του, τους τρόπους της οικογένειας, τις εντάσεις που μπορεί να υπάρχουν και να μη λέγονται ανοιχτά. Άλλοτε υπάρχει ευγνωμοσύνη, άλλοτε αμφισβήτηση, άλλοτε υπερένταση, άλλοτε αντιφατικά μηνύματα. Μπορεί τη μία στιγμή να σου ζητούν πρωτοβουλία και την επόμενη να σε διορθώνουν για το πώς την πήρες.

Μέσα σε αυτό, ο φροντιστής προσπαθεί να σταθεί με ισορροπία. Να μην εισβάλει, αλλά και να μη γίνει αόρατος. Να είναι ανθρώπινος χωρίς να χάσει τον επαγγελματισμό του. Να προσαρμόζεται χωρίς να σβήνει. Να καταλαβαίνει πότε χρειάζεται να μιλήσει και πότε όχι. Να μην παίρνει προσωπικά όλα όσα ακούει, παρότι μερικές φορές είναι δύσκολο να μην τα πάρει.

Αυτή η συνεχής εσωτερική προσαρμογή κουράζει πολύ περισσότερο απ’ όσο φαντάζεται όποιος βλέπει μόνο το αποτέλεσμα.

Η έλλειψη ομάδας αλλάζει τα πάντα

Σε πολλές δουλειές, όταν κάτι σε πιέσει, υπάρχει ένας συνάδελφος που θα καταλάβει αμέσως. Μια μικρή συζήτηση, μια ματιά, ένα “ναι, το ξέρω, το έχω περάσει”. Αυτή η ανταλλαγή δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά σε κρατά ανθρώπινα όρθιο.

Στη φροντίδα, ειδικά όταν κάποιος δουλεύει μόνος του ή σχεδόν μόνος του, αυτό λείπει. Και όταν λείπει για καιρό, αρχίζει να φαίνεται.

Όχι πάντα με δραματικό τρόπο. Πιο συχνά φαίνεται σιγά σιγά. Ο άνθρωπος γίνεται πιο κλειστός. Πιο βαρύς. Μιλά λιγότερο για τον εαυτό του. Συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά μέσα του νιώθει ότι όλο αυτό το σηκώνει μόνος. Μπορεί να είναι πολύ ικανός, πολύ έμπειρος, πολύ σταθερός, και παρ’ όλα αυτά να νιώθει ότι δεν υπάρχει κανείς να μοιραστεί πραγματικά το ψυχικό μέρος αυτής της δουλειάς.

Γιατί η επαγγελματική μοναξιά δεν σημαίνει μόνο “είμαι μόνος στον χώρο”. Σημαίνει και “δεν έχω πού να ακουμπήσω αυτά που ζω”.

Υπάρχουν πράγματα που ο φροντιστής δεν λέει εύκολα

Δεν τα λέει πάντα γιατί δεν βρίσκει τον χώρο. Μερικές φορές δεν τα λέει γιατί ντρέπεται. Άλλες φορές γιατί φοβάται ότι θα φανεί αδύναμος ή “λίγος” για τη δουλειά. Άλλες γιατί έχει μάθει να θεωρεί αυτονόητο ότι ο δικός του ρόλος είναι να κρατά και όχι να κρατιέται.

Αυτό είναι από τα πιο άδικα σημεία της φροντίδας.

Ένας επαγγελματίας μπορεί να είναι σοβαρός, υπεύθυνος, ευσυνείδητος και ταυτόχρονα πολύ κουρασμένος ψυχικά. Μπορεί να συνεχίζει να φροντίζει σωστά έναν άνθρωπο και την ίδια ώρα να νιώθει ότι έχει στεγνώσει μέσα του. Μπορεί να δένεται, να νοιάζεται, να αντέχει, αλλά να του λείπει κάτι βασικό: να μη χρειάζεται να τα περνά όλα μόνος.

Κι επειδή πολλοί φροντιστές έχουν μάθει να μη μιλούν εύκολα για το βάρος τους, οι άλλοι συχνά μπερδεύονται. Βλέπουν ότι “ανταποκρίνεται”, άρα θεωρούν ότι είναι καλά. Ότι “τα βγάζει πέρα”, άρα δεν χρειάζεται κάτι. Ότι “δεν παραπονιέται”, άρα δεν πιέζεται ιδιαίτερα.

Δεν λειτουργεί έτσι ο άνθρωπος.

Η σιωπή δεν είναι απόδειξη αντοχής. Πολύ συχνά είναι συνήθεια επιβίωσης.

Η φροντίδα έχει και συναισθηματικό κόστος

Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι το συναισθηματικό βάρος του φροντιστή είναι κάτι προσωπικό, σχεδόν άσχετο με τη δουλειά. Σαν να αφορά μόνο τον χαρακτήρα του ή την ψυχική του ανθεκτικότητα. Αυτό δεν είναι σωστό.

Το συναισθηματικό βάρος επηρεάζει τη δουλειά. Όχι θεωρητικά. Πρακτικά.

Όταν ένας άνθρωπος ζει για καιρό μέσα σε ένταση, ευθύνη, αμφιθυμία, έλλειψη στήριξης και συναισθηματική απομόνωση, κάποια στιγμή αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο στέκεται. Μπορεί να γίνει πιο κουμπωμένος, πιο επίπεδος, πιο εξαντλημένος, πιο αμυντικός. Μπορεί να συνεχίζει να κάνει όσα πρέπει, αλλά να έχει χάσει εκείνη την εσωτερική διαθεσιμότητα που κάνει τη φροντίδα πραγματικά ανθρώπινη.

Κι αυτό δεν είναι κατηγορία προς τον φροντιστή. Είναι φυσική συνέπεια. Δεν γίνεται ένας άνθρωπος να δίνει σταθερά φροντίδα, παρουσία και ψυχική αντοχή, ενώ δεν υπάρχει για τον ίδιο κανένα ουσιαστικό στήριγμα, και να μένει ανεπηρέαστος.

Γι’ αυτό η μοναξιά του επαγγελματία φροντίδας δεν είναι ιδιωτικό του ζήτημα. Αφορά και την ποιότητα της φροντίδας που τελικά λαμβάνει ο άλλος.

Το πιο ύπουλο σημείο: να θεωρείται φυσιολογικό

Ίσως εδώ βρίσκεται το πιο προβληματικό κομμάτι. Ότι όλα αυτά περνάνε εύκολα ως “μέρος της δουλειάς”.

Σαν να είναι φυσικό ο φροντιστής να κουράζεται έτσι. Σαν να είναι αυτονόητο ότι θα βρει τρόπο να τα αντέξει. Σαν να είναι μέσα στον ρόλο του να μη ζητά πολλά, να προσαρμόζεται συνεχώς, να απορροφά τα δύσκολα, να μην επιβαρύνει τους άλλους με τα δικά του.

Αλλά αυτό δεν είναι επαγγελματισμός. Είναι μια στρεβλή συνήθεια του χώρου.

Ο καλός επαγγελματίας δεν είναι εκείνος που φτάνει στα όριά του και συνεχίζει σιωπηλά μέχρι να αδειάσει. Ούτε εκείνος που δεν αντιδρά ποτέ. Ούτε εκείνος που απορροφά τα πάντα χωρίς στήριξη. Αυτή η εικόνα μπορεί να φαίνεται “δυνατή”, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ επικίνδυνη. Γιατί νομιμοποιεί μια χρόνια φθορά που μετά όλοι απορούν πώς προέκυψε.

Τι θα βοηθούσε πραγματικά

Το πρώτο είναι να αναγνωριστεί ότι το θέμα υπάρχει. Όχι γενικά και αόριστα, αλλά σοβαρά. Η μοναξιά, η ψυχική επιβάρυνση και η έλλειψη πραγματικής στήριξης δεν είναι προσωπικές αδυναμίες του φροντιστή. Είναι στοιχεία του πλαισίου μέσα στο οποίο δουλεύει.

Το δεύτερο είναι να σταματήσει η ασάφεια. Όταν ο ρόλος του φροντιστή είναι θολός, όταν οι προσδοκίες αλλάζουν συνέχεια, όταν άλλοι ζητούν πρωτοβουλία και άλλοι έλεγχο, όταν δεν υπάρχει καθαρή επικοινωνία, η πίεση πολλαπλασιάζεται. Και δεν πολλαπλασιάζεται μόνο πρακτικά. Πολλαπλασιάζεται ψυχικά.

Το τρίτο είναι να υπάρξει πραγματική επαγγελματική αντιμετώπιση. Όχι ευγένεια επιφανειακή. Ούτε ένα πρόχειρο “σε ευχαριστούμε”. Αλλά σεβασμός στον ρόλο, σαφήνεια, όρια, σωστή συνεννόηση και, όπου γίνεται, ένας τρόπος ο επαγγελματίας να μη νιώθει μόνος μέσα σε όλο αυτό.

Μερικές φορές μια σοβαρή συζήτηση την κατάλληλη στιγμή προλαβαίνει μεγάλη φθορά. Άλλες φορές αυτό που βοηθά είναι να υπάρχει ένας άνθρωπος που να ξέρει το πεδίο και να μπορεί να ακούσει χωρίς να κρίνει. Άλλες πάλι, το πιο σημαντικό είναι να μη μεταφέρεται σιωπηλά όλο το συναισθηματικό κόστος στον φροντιστή μόνο και μόνο επειδή “είναι ο επαγγελματίας”.

Η φροντίδα έχει συνδεθεί, σωστά, με την προσφορά. Όμως η προσφορά δεν είναι απεριόριστη. Και ο επαγγελματίας φροντίδας δεν είναι ούτε άφθαρτος ούτε ανεξάντλητος.

Όσο πιο μόνος δουλεύει ένας άνθρωπος, τόσο πιο εύκολο είναι να συνηθίσουν όλοι την παρουσία του και να μη βλέπουν πια το βάρος της. Να θεωρείται δεδομένο ότι θα είναι εκεί, ότι θα καταλάβει, ότι θα κρατήσει, ότι θα βρει τρόπο. Μέχρι που κάποια στιγμή φαίνεται το τίμημα.

Γι’ αυτό η μοναξιά του επαγγελματία φροντίδας αξίζει να ειπωθεί πιο καθαρά. Όχι για να τον λυπηθούμε. Αλλά για να αντιμετωπίσουμε σοβαρά μια πραγματικότητα που επηρεάζει και τον ίδιο και τη φροντίδα που δίνει.

Γιατί όταν ένας άνθρωπος καλείται να κρατά καθημερινά τόσα πολλά, το ελάχιστο που του οφείλουμε είναι να μην τον αφήνουμε να το κάνει σαν να είναι μόνος.


Στο CareMind πιστεύουμε ότι η σωστή φροντίδα δεν αφορά μόνο εκείνον που τη λαμβάνει, αλλά και εκείνον που τη δίνει. Γιατί ο επαγγελματίας φροντίδας δεν χρειάζεται μόνο οδηγίες και ευθύνες· χρειάζεται και πλαίσιο, σεβασμό και ουσιαστική στήριξη.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή